Print Friendly, PDF & Email

The measure is available in the following languages:

Παναγιώτατε και Θειότατε Αρχιεπίσκοπε Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικέ Πατριάρχα, εν Χριστώ τω Θεώ λίαν αγαπητέ και περιπόθητε αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών Ταπεινότητος, Κύριε Βαρθολομαίε, την Υμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα εν Κυρίω κατασπαζόμενοι, υπερήδιστα προσαγορεύομεν.

Mετά πολλού ενδιαφέροντος αναμείναντες την απάντησιν της Υμετέρας Σεπτής Κορυφής, προς υπέρβασιν του προβληματισμού της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, ως προς τον Προκαθήμενον της νέας Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ουκρανίας, ελάβομεν το από 20ής Φεβρουαρίου 2019 Γράμμα Αυτής και διεξοδικώς εμελετήσαμεν εν τη συνεδρία της Ιεράς ημών Συνόδου (7 Μαρτίου ε.ε.) τα εν αυτώ διαλαμβανόμενα, επί των οποίων λόγω της κρισιμότητος του θέματος, οφείλομεν να δώσωμεν, μετ' ειλικρινούς πάντοτε σεβασμού, ωρισμένας εξηγήσεις και διασαφήσεις.

1. Εις το ημέτερον Γράμμα της 14ης Ιανουαρίου ε.ε. ουδεμία υπήρξεν αμφισβήτησις περί της ευθύνης και του δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου να απονέμη Αυτοκεφαλίαν, οσάκις αι συνθήκαι το επιβάλλουν.

Διερωτήθημεν κυρίως περί της διαδικασίας και ιδιαιτέρως περί ενός θεμελιώδους σημασίας διά την Ορθόδοξον εκκλησιολογίαν ζητήματος.

Τα γραφόμενα εις τας πρώτας σελίδας του Υμετέρου απαντητικού Γράμματος προφανώς δεν αφορούν εις την διατυπωθείσαν ημετέραν απορίαν. Διά τούτο ουδόλως θα αναφερθώμεν ώδε εις αυτά. Περιωρίσθημεν, απλώς, άνευ οιουδήποτε επηρεασμού υπό επιχειρηματολογίας άλλων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, να επισημάνωμεν τρία μόνον θέματα άμεσον σχέσιν έχοντα προς την αγιοπνευματικήν παραδόσιν και συνείδησιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας: α) την Θείαν Ευχαριστίαν, β) την Αποστολικήν Διαδοχήν και γ) την Συνοδικότητα.

Η ανησυχία ημών επεκεντρώθη όλως ιδιαιτέρως εις το καίριον θέμα της χειροτονίας των επισκόπων, της αποστολικής διαδοχής. Διό υπεγραμμίσθη προπαντός ο δόλιος ρόλος του αυτοκαλουμένου «Επιτίμου Πατριάρχου Κιέβου και πάσης Ρως-Ουκρανίας» κ. Φιλαρέτου και διετυπώθησαν θεολογικαί επιφυλάξεις, ως προς την αγιοπνευματικήν εγκυρότητα των υπ' αυτού τελεσθεισών χειροτονιών, δοθέντος ότι η θεία Χάρις δεν επενεργεί, όταν ο τελετουργός είναι καθηρημένος, αφωρισμένος και αναθεματισμένος˙ και ότι ο κανονικώς χειροτονών Επίσκοπος δεν ενεργεί εξ ιδίας δυνάμεως, αλλ' εξ ονόματος της Εκκλησίας, μοναδικού φορέως της χάριτος του Θεού. Διερωτώμεθα κατά πόσον η επαναφορά του κ. Φιλαρέτου εις την κανονικήν τάξιν καθιστά αυτομάτως εγκύρους τας τελεσθείσας υπ' αυτού χειροτονίας.

2. Η συσχέτισις και αναλογία του Ουκρανικού ζητήματος προς το Μελιτιανόν Σχίσμα του 4ου αιώνος, περί του οποίου γίνεται εκτενής αναφορά εν τω Υμετέρω Γράμματι, δεν έλυσεν τας απορίας ημών. Αντιθέτως η προσεκτική μελέτη αυτού οδηγεί εις διαφορετικά συμπεράσματα: Συμφώνως προς την Πραγματείαν του αειμνήστου Μητροπολίτου Αγχιάλου και μετέπειτα Σμύρνης κυρού Βασιλείου, την αποσταλείσαν ημίν εσωκλείστως, εις το παράρτημα «Περί του Σχίσματος των Μελιτιανών πλατύτερον» καταγράφονται τα εξής: «Η διόρθωσις εγένετο διά παραδοχής του μεν Μελιτίου μόνον εν τη επισκοπική τιμή άνευ του λειτουργείν, των δε υπ' αυτού, καίπερ καθηρημένου, χειροτονηθέντων επισκόπων τε και πρεσβυτέρων και διακόνων μετά της αυτής συνθήκης και κατά τον αυτόν τρόπον, όπως διά του ογδόου κανόνος διετάξετο περί παραδοχής των Καθαρών είτε Νοβατιανών, τουτέστιν δι' απλής χειροθεσίας μετ' ευχής βεβαιωθέντων εκάστων εν τοις οικείοις ιερατικοίς βαθμοίς». Η τελευταία επεξηγηματική φράσις παρελήφθη εις το Υμέτερον Γράμμα.

Πράγματι, σχετικώς προς την διαδικασίαν της διορθώσεως του Σχίσματος ο Μ. Αθανάσιος διευκρίνίσεν: «έδοξεν…τους δε υπ' αυτού κατασταθέντας μυστικωτέρα χειροτονία βεβαιωθέντας κοινωνηθήναι επί τούτοις, εφ' ώτε έχειν μεν αυτούς την τιμήν και λειτουργείν, δευτέρους δε είναι εξάπαντος πάντων των εν εκάστη παροικία»(1). Ο Μητροπολίτης Βασίλειος επέλεξεν την εκδοχήν, όπως προανεφέρθη, ότι έγιναν αποδεκτοί εις κοινωνίαν δι' απλής χειροθεσίας μετ' ευχής. Επ' αυτού ο εμβριθής ιστορικός αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος συνοψίζει: «Η Σύνοδος επελήφθη και του ζητήματος του Μελιτίου Λυκοπόλεως (Καν. 4). Εις τον Μελίτιον επετράπη να μένηεν Λυκοπόλει και να έχη την τιμήν του Επισκόπου, άνευ του δικαιώματος του διοικείν την Επισκοπήν Λυκοπόλεως και του χειροτονείν.

Ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος απήτησε παρ' αυτού (του Μελιτίου) βρεβίον (κατάλογον) των υπ' αυτού χειροτονηθέντων Επισκόπων ανερχομένων εις 29. Τούτους δε η Σύνοδος φιλανθρωπευομένη ανεγνώρισεν εν τω αξιώματι αυτών διά νέας επιθέσεως των χειρών, «μυστικωτέρα χειροτονία βεβαιωθέντας», υπό τον όρον όπως διατελώσι δεύτεροι μετά τους κανονικούς Επισκόπους, υπόκεινται τω Αρχιεπισκόπω Αλεξανδρείας, μη μετέχωσι δε της εκλογής Επισκόπων. Ηδύναντο δε ούτοι να εκλέγωνται εις κενουμένας θέσεις Επισκόπων. Μόνος ο Μελίτιος δεν ηδύνατο να εκλεγή»(2).

Συνεπώς, η διόρθωσις του Σχίσματος των Μελιτιανών και η κατ' οικονομίαν ένταξις των ακύρως υπό του Μελιτίου χειροτονηθέντων περιελάμβανεν τας εξής φάσεις: α) μετάνοιαν, β) επίθεσιν χειρός υπό κανονικού Έπισκόπου - του ελαχίστου αναγκαίου διά την επισφράγισιν της Αποστολικής Διαδοχής, γ) ευχήν και δ) τελικώς την ειρήνευσιν. Πρόκειται περί αρχής ισχυούσης δι' απάσας τας περιπτώσεις επανεντάξεως σχισματικών εις την Ορθοδοξον Εκκλησίαν και καθορίζουσαν ενδιαφέρουσαν διέξοδον εις το υφιστάμενον πρόβλημα.

Μολονότι η περίπτωσις του κ. Φιλαρέτου ομοιάζει εκπληκτικώς προς την αντίστοιχον του Μελιτίου, επιστρέψαντος μόνον «εν ψιλή επισκοπική τιμή»(3), άνευ ουδεμιάς εκκλησιαστικής εξουσίας ή αυθεντίας», η επιδεικνυομένη προς αυτόν ανοχή παραμένει ανεξήγητος. Ο κ. Φιλάρετος επανεντάχθη εν τη κανονική Εκκλησία (άγνωστον εάν υπέβαλε αίτησιν μετανοίας) και αι προηγηθείσαι ανυπόστατοι εκκλησιαστικαί πράξεις αυτού επεκυρώθησαν συλλήβδην διά συνοδικής μόνον πράξεως. Ούτος επανειλημμένως δημοσίως καυχάται ότι «ήτο, είναι και θα είναι ο Πατριάρχης Κιέβου και πάσης Ρως-Ουκρανίας», εξακολουθεί να φέρη το ιδιάζον ρωσικόν πατριαρχικόν επανωκαλύμμαυχον συμπεριφερόμενος ως Πατριάρχης.

Παρέμεινεν ο κύριος ρυθμιστής εις την κληθείσαν Ενωτικήν Σύνοδον, την εκλέξασαν τον υπ' αυτού ακύρως «χειροτονηθέντα» κ. Επιφάνιον, είναι σήμερον μόνιμον μέλος της Συνόδου και διακηρύσσει ότι είναι ο Ποιμενάρχης όλων των ενοριών του Κιέβου. Τα γεγονότα αυτά προφανώς δεν είναι άγνωστα ούτε άνευ εκκλησιαστικής σημασίας.

Εν κατακλείδι, είναι αναμφισβήτητον ότι το Μελιτιανόν Σχίσμα δεν εθεραπεύθη δι' αποφάσεως του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, εις την δικαιοδοσίαν του οποίου ανήκεν ο Μελίτιος ως Επίσκοπος Λυκοπόλεως Αιγύπτου, αλλά δι' αποφάσεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

3. Η περίπτωσις εξάλλου τoυ Ουκρανικού ζητήματος ουδεμίαν αναλογίαν έχει προς την ROCOR (Russian Orthodox Church Outside Russia). Αύτη αναφέρεται εις αποκοπήν των Ρώσων της Διασποράς εκ της Εκκλησίας της Ρωσίας, τελούσης υπό Σοβιετικήν επιτήρησιν. Δεν υπήρξαν αφορισμοί ούτε αναθεματισμοί και η αποστολική διαδοχή δεν ημφισβητήθη. Ότε κατέρρευσεν το αθειστικόν καθεστώς, επήλθεν η επανένωσις. Είναι δε αξιοσημείωτον ότι η διόρθωσις της διασπάσεως, συνετελέσθη δι'ειδικής ιεροτελεστίας και ευχής επανεντάξεως εντός του Ιερού Ναού Σωτήρος.

Όσον διά το Βουλγαρικόν Σχίσμα ουδεμία σχέσις ή αναλογία υφίσταται προς το Ουκρανικόν ζήτημα. Το τελευταίον αφορά εις εσωτερικόν ρήγμα μιας τοπικής Εκκλησίας, ενώ το Βουλγαρικόν εις μίαν μακροχρόνιον αποχώρησιν ολοκλήρου λαού από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και ολόκληρον την Ορθοδοξίαν. Η διόρθωσίς του ήρχισεν κατά την Πανορθόδοξον Επιτροπήν την συνελθούσαν διά την προετοιμασίαν της Πανορθοδόξου Προσυνόδου εν τη Μονή του Βατοπεδίου του Αγίου Όρους (Ιούνιος 1930). Βασικός όρος, ο οποίος ετέθη και τελικώς ετηρήθη, ήτο η αίτησις συγγνώμης εκ μέρους της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Τελικώς δε κατόπιν μακροχρονίων πολυπλόκων διαβουλεύσεων το Σχίσμα ελύθη το 1945, με αποτέλεσμα την ειρήνευσιν της Πανορθοδόξου Οικουμένης.

4. Ανεπιφυλάκτως συμμεριζόμεθα την μέριμναν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προκειμένου να παρασχεθή μία δυνατότης εις τους εν Ουκρανία πιστούς, θύματα εσωτερικού μακροχρονίου διχασμού, να επανέλθουν εις τους κόλπους της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Είναι όμως προφανές ότι η επιδιωχθείσα ειρήνευσις δεν έχει επιτευχθή, εφ' όσον ενενήντα Αρχιερείς και άνω των δώδεκα χιλιάδων ενοριών δεν ευρίσκονται εν κοινωνία μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Συγχρόνως μάλιστα είναι ορατός ο κίνδυνος διασπάσεως της ανά την Οικουμένην Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Ως προς τον ιδιότυπον επιτιμητικόν τόνον του συγκεκριμένου Γράμματος και τους υπαινιγμούς περί επιδράσεως ημών εξ άλλων Εκκλησιών, υποχρεούμεθα να υπενθυμίσωμεν ότι την αδελφικήν ημών αφοσίωσιν έχομεν εμπράκτως αποδείξει επί δεκαετίας, όλως δε ιδιαιτέρως κατά τας Συνάξεις των Προκαθημένων και εις την εν Κρήτη Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον των Ορθοδόξων Εκκλησιών, συντονιζόμενοι προς τας εκάστοτε πρωτοβουλίας της Υμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος. Κατά καιρούς δε ηρθρώσαμεν ευθαρσώς τας απόψεις ημών, έστω και συγκρουόμενοι με αγαπητούς αδελφούς άλλων Εκκλησιών. Τούτο πάντοτε χάριν της συνοχής και της προσηκούσης μαρτυρίας της Ορθοδοξίας. Πρόσφατον τεκμήριον ανεπηρεάστου γνώμης και ανεξαρτήτου στάσεως αι αποσταλείσαι επιστολαί προς τον Μακαριώτατον Πατριάρχην Μόσχας και πάσης Ρωσίας κ. Κύριλλον (10 Οκτωβρίου και 7 Νοεμβρίου 2018).

Τον βαθύτατον σεβασμόν και την πηγαίαν ευχαριστίαν προς τον Οικουμενικόν Θρόνον, διά τας ενεργείας υπέρ της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, εκφράζομεν διαρκώς εμπράκτως επί τρεις δεκαετίας. Πεποίθαμεν, όμως, ότι η γνησία ευγνωμοσύνη δεν συνεπάγεται κατάργησιν της κριτικής θεολογικής σκέψεως και της εκκλησιαστικής εμπειρίας ή απεμπόλησιν της ελευθερίας της συνειδήσεως. Αντιθέτως σημαίνει ηυξημένον χρέος να διατυπώνωνται πάντοτε μετά σαφηνείας και αγαπώσης παρρησίας αι εκάστοτε εκτιμήσεις.

Η ανταπόδοσις της τιμής εγένετο δι' έργων. Απεδέχθημεν μίαν ανυπολογίστων δυσκολιών πρόσκλησιν εις Αλβανίαν, αφέντες δύο ιδιαιτέρως προσφιλείς τομείς διακονίας: την Αφρικήν και την θρησκειολογικήν έρευναν και συγγραφήν. Η εξόχως απαιτητική και αβεβαία αποστολή, η ανατεθείσα εις ημάς υπό της Μητρός Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, προς ανασυγκρότησιν εκ των ερειπίων της πλήρως διαλυθείσης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, συνετελέσθη χάριτι Θεού εν θυσιαστικώ φρονήματι, εν στερήσεσιν, εν ασθενείαις, εν κονδύνοις και διωγμοίς.

Ως προς το Ουκρανικόν ζήτημα, θα ήτο ασφαλεστέρα η επιλογή ψευδούς συνέσεως, ώστε να αποφύγωμεν τα αιχμηρά σχόλια, τας υβριστικάς προσωπικάς ανυποστάτους κατηγορίας ανευθύνων προσώπων. Όμως ημείς πιστεύομεν ότι ο Πρώτος της Ορθοδοξίας αγαπά και έχει ανάγκην την άπλετον αλήθειαν, ιδία εις περιπτώσεις κρισιμωτάτων Πανορθοδόξων προβλημάτων. Διά τούτο επανήλθομεν επισημαίνοντες την ιστορικήν ακρίβειαν των γεγονότων.

5. Η αγωνία ημών, Παναγιώτατε, παραμένει η διαφύλαξις της Ορθοδόξου ενότητoς, αποτελούσης αναντικατάστατον προϋπόθεσιν διά την ανά τον κόσμον Ορθόδοξον μαρτυρίαν. Οι τριγμοί εις τας Επισκοπικάς Συνελεύσεις της Διασποράς και εις τους διαχριστιανικούς πολυμερείς και διμερείς διαλόγους είναι ήδη αισθητοί.

Σταθερά πεποίθησις της κατ' Αλβανίαν Εκκλησίας, όπως και πολλών άλλων, είναι ότι κατά την παρούσαν ιστορικήν στιγμήν, προς θεραπείαν των επωδύνων τραυμάτων και δη του επαπειλουμένου Σχίσματος, καθίσταται αναγκαία Πανορθόδοξός τις Διαβούλευσις, αποσκοπούσα κατ' αρχάς εις την πνευματικήν στήριξιν απάντων των εν Ουκρανία Ορθοδόξων πιστών και προπαντός εις την διασφάλισιν της Ορθοδόξου συνοχής. Και προδήλως είμεθα έτοιμοι να συμβάλλωμεν κατά δημιουργικόν τρόπον εις την δυσχερεστάτην κρίσιμον αυτήν προσπάθειαν.

Αι υφιστάμεναι διαφορετικαί αντιλήψεις δεν αντιμετωπίζονται διά της παρατάσεως μονολόγων, δηλώσεων, αλληλογραφίας, διά της αναμείξεως ανευθύνων προσώπων, παραπλανητικών σχολιασμών, ασυναρτήτων δημοσιευμάτων εις τα Μέσα Κοινωνικής Δικτυώσεως. Αι κρίσεις υπερβαίνονται, συμφώνως προς την Ορθόδοξον Παράδοσιν, διά της Συνοδικότητος, ήτις σημαίνει συνέλευσιν επί τω αυτώ και εν προσευχή διάσκεψιν των υπευθύνων εκπροσώπων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Τότε, επενεργούσης της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, η Σύνοδος αύτη δύναται φιλανθρωπευομένη να αναζητήση πρωτοτύπους λύσεις επιεικείας, συγγνώμης και καταλλαγής και να λάβη τολμηράς αποφάσεις κοινώς αποδεκτάς, αποσκοπούσας εις την ειρήνευσιν, την ενότητα και την πνευματικήν οικοδομήν των ανά την Οικουμένην Ορθοδόξων πιστών. Και το προνόμιον της συγκλήσεως Πανορθοδόξου Διαβουλεύσεως ανήκει αδιαμφισβητήτως εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην.

Διά της παρακλήσεως αυτής περατούται η αναφορά ημών επί της διαδικασίας του Ουκρανικού ζητήματος. Προς αποτροπήν πάντως οιασδήποτε παρανοήσεως, διευκρινίζομεν ότι, εις περίπτωσιν τραγικής καταλήξεως εις Σχίσμα (ο Θεός να μην το επιτρέψη!), η κατ' Αλβανίαν Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία θα παραμένη σταθερώς εν αληθευούση αγάπη μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Διάγοντες την κατανυκτικήν περίοδον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ολοψύχως δεόμεθα όπως ο εν Τριάδι Θεός χαρίζηται ακλόνητον υγείαν και αγιοπνευματικήν δύναμιν εις την Υμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα, επαναλαμβάνοντες την προσφιλή εις Αυτήν, και εις ημάς, αποστολικήν δοξαστικήν βεβαιότητα: «Τω δε δυναμένω υπέρ πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα η νοούμεν, κατά την δύναμιν την ενεργουμένην εν ημίν, αυτώ η δόξα εν τη εκκλησία εν Χριστώ Ιησού εις πάσας τας γενεάς του αιώνος των αιώνων· αμήν.» (Εφ. 3:20-21). Επί δε τούτοις, ασπαζόμενοι Υμάς φιλήματι αγίω, διατελούμεν μετά πάσης τιμής και αδελφικής αγάπης εν Χριστώ, «δι' ον τα πάντα και δι' ου τα πάντα» (Εβρ. 2:10).

 

Εν Τιράνοις, 21 Μαρτίου 2019

Της Υμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος,

+ Αναστάσιος

Αρχιεπίσκοπος Tιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας»

Your Holiness Most Divine Archbishop of Constantinople, New Rome, and Ecumenical Patriarch, Most Beloved and Dearest Brother in Christ God and Co-celebrant of our Humbleness in Christ our God, B a r t h o l o m e w, kissing Your Most Divine All-Holiness we address You in a most amiable manner.

Having awaited with great anticipation the reply of Your Venerable Prominence, on the question of overcoming the concerns of the Orthodox Autocephalous Church of Albania, regarding the Primate of the new Orthodox Autocephalous Church of Ukraine, we received the Letter of Your Prominence dated 20th of February 2019 and in the session of our Holy Synod of the 7th of March of this year we studied carefully its content. Due to the critical importance of the subject we are obliged to offer, always in sincere respect, certain explanations and assertations.

1. Our Letter of the 14th January of the present year did not express any doubt as to the right and responsibility of the Ecumenical Patriarchate to grant Autocephaly, whenever this is called for by the circumstances. Our questions mainly refer to procedure and especially to an ecclesiological question of utmost importance for Orthodoxy. The contents of the first pages of Your Letter of reply obviously do not refer to our query. For this reason, we shall not refer to them here. We restrict ourselves simply - far removed from any influence of arguments of other Autocephalous Churches – to focus on just three questions directly related to the holy spiritual tradition and conscience of the Orthodox Church: a) The Holy Eucharist b) Apostolic Succession c) Conciliarity.

Our worry was focused particularly on the crucial subject of the ordination of bishops, of Apostolic Succession. It was on account of this, that the cunning role of the self-proclaimed “Supreme Honorary Patriarch of Kiev and All Rus-Ukraine” Filaret was underscored and theological reservations were articulated as to the holy spiritual validity of the ordinations that he has performed, considering that divine Grace does not act when the celebrant of the Sacrament is defrocked, has been aphorised or anathematised; and that a Bishop celebrating canonically is not acting by his own power, but in the name of the Church, the only agent of the Grace of God. We wonder, whether the restoration of Mr. Filaret to canonical order renders the ordinations which he performed automatically valid.

2. The correlation and analogy of the Ukrainian question to the Melitian Schism of the 4th century, which is extensively referred to in Your Letter, has not answered our queries. On the contrary, its careful study leads to different conclusions: According to the Treaty of Metropolitan of Anchialos and later of Smyrni Vassilios of blessed memory, which was sent to us, in the Annex “On the Schism of the Melitians, more extensively” the following are recorded: “The case was corrected through the acceptance of Melitios, on one hand, back only to the bishop’s honor, without the right to celebrate the sacraments and, on the other hand of those ordained by him, while defrocked, as bishops, priests, and deacons, under the same condition and in the sameway as it was ordered by the eighth canon on the acceptance of the Katharoi or the Novatians, that is through a simple laying on of hands, with a prayer confirming each to their respective hierarchical ranks”. The last explanatory phrase was omitted in Your Letter.

Indeed, in relation to the process of the correction of the Schism, Athanasios the Great clarified: “it was decided… that those who were appointed by him to be restored to communion after being confirmed through a μυστικωτέρᾳ χειροτονίᾳ βεβαιωθέντας mistikotera hierotonia veveothendas (mystical, inaudible ordination), it should additionally be stated that they could have the honor and even participate in the sacraments, on the condition that they were strictly of second rank in relation to everyone else in each community”(1). As mentioned, Metropolitan Vassilios adopted the opinion that they were accepted in communion, by a simple laying on of hands with a prayer. The learned historian, Archbishop of Athens, blessed Chrysostomos Papadopoulos, summarizes: “The Council considered also the matter of Melitios, Bishop of Lycopolis (Can.4). Melitios was allowed to remain in Lycopolis, maintaining the honor of Bishop, but with no right to administer the Diocese of Lycopolis or to ordain. Alexandros of Alexandria demanded from him (Melitios) a “brebion” (list) of the Bishops he had ordained, which numbered 29. The Council, acting in philanthropy, recognized them in their own rank through a new laying on of hands, “μυστικωτέρᾳ χειροτονίᾳ βεβαιωθέντας”, on the condition that they remain second after the canonical bishops, that they come under the Archbishop of Alexandria, and that they do not participate in the process of election of new Bishops. They could be elected to vacated Episcopal seats. Melitios alone could not be elected”(2).

Consequently, the correction of the Melitians’ Schism and the reception, by economy, of those invalidly ordained by Melitios went though the following phases: a) repentance, b) laying on of hands by a canonical Bishop – a minimum requirement for the seal of Apostolic Succession, c) prayer and d) finally the achievement of peace. This is a principle applied to all cases of re-induction of schismatics into the Orthodox Church, which defines an interesting outlet to the existing problem.

In as much as the case of Mr. Filaret is surprisingly similar to that of Melitios, who returned only “with ψιλῇ (bare) episcopal honor"(3) without any ecclesiastical power or authority, the tolerance displayed to him remains inexplicable. Mr. Filaret was re-inducted into the canonical Church (it is unknown whether he even asked for forgiveness) and his previous in-substantial ecclesiastical acts were validated in their totality only through a Synodical Act. He publicly boasts, repeatedly, that “He was, is, and will remain the Patriarch of Kiev and All Rus Ukraine” and continues to wear the particular Russian Patriarchal Koukoulion, behaving as if he were a Patriarch. He remained the chief orchestrator of the “Uniting Synod” that was convened to elect the invalidly “ordained” by him Mr. Epiphanius, he is today a permanent member of the Synod and he proclaims that he is the Prelate of all the parishes of Kiev. These facts are evidently not unknown nor without ecclesiastical importance.

In conclusion, it is beyond doubt that the Melitian Schism was not healed by a decision of the Patriarchate of Alexandria, in the jurisdiction of which Melitios belonged, but by a decision of the 1st Ecumenical Council.

3. On the other hand,the case of the Ukrainian question has no analogy to the case of ROCOR (Russian Orthodox Church Outside Russia). The latter refers to the severance of the Russians in Diaspora from the Church of Russia, which was then under Soviet supervision. No aphorisms or anathemas existed and apostolic succession was not in doubt. When the atheist regime collapsed, reunification occurred. It is worth noting that the correction of the fracture was achieved through a special church service and prayer of reintegration in the Cathedral of Christ the Savior.

As for the Bulgarian Schism, no relation or analogy to the Ukrainian question is identified. The latter is an internal rift of a local Church, while the Bulgarian Schism referred to the long-term withdrawal of an entire nation from the Ecumenical Patriarchate and all Orthodoxy. Its correction started in the context of the Panorthodox Committee, which was convened for the preparation of the Panorthodox pre-Council in the Monastery of Vatopedion (June 1930). A basic condition, which was laid down and finally observed, was the application for forgiveness by the Church of Bulgaria.  Finally, after lengthy and complicated negotiations, the Schism was resolved in 1945, with the result of the subsequent attainment of peace in the Panorthodox oikoumene.

4. We undoubtedly sympathize with the care of the Ecumenical Patriarchate, to grant a possibility for the faithful in Ukraine, who are victims of a long internal division, to return to the bosom of the One, Holy, Catholic, and Apostolic Church. However, it is obvious that the sought-after peace has not been attained in as much as ninety Bishops and over twelve thousand parishes are not in communion with the Ecumenical Patriarchate. At the same time, the risk of a dissolution of the Orthodox Church throughout the oikoumene is visible.

Regarding the particularly reproachful tone of this specific Letter and the allegations that we were influenced by other Churches, we are obliged to recall that for decades now, we have proven our brotherly devotion through acts, particularly during the Synaxes of the Primates and in the Holy and Great Council of the Orthodox Church in Crete, acting always in coordination with the current initiatives of Your Most Divine All-Holiness. At times, we articulated boldly our views, even clashing with dear brethren of other Churches. This was always in service of the cohesion and the proper witness of Orthodoxy. A recent evidence of this un-influenced opinion and independent position is the letters we sent directed to His Beatitude Patriarch of Moscow and All Russia, Kirill (10 October and 7 November, 2018).

For the last three decades, we have continuously expressed and acted with the deepest reverence and an upwelling of thankfulness to the Ecumenical Throne, for the actions in favor of the Orthodox Autocephalous Church of Albania. However, we are convinced that genuine gratitude does not imply the abolishment of critical theological thought and ecclesiastical experience, or a rejection of the freedom of conscience. On the contrary, it means an increased obligation to articulate assessments, always with lucidity and loving boldness.

The reciprocation of honor was given through deeds. We accepted a mission of innumerable difficulties in Albania, leaving behind two particularly beloved fields of diakonia: Africa and research in the Science of Religions. The exceptionally demanding and uncertain mission, which was entrusted to us by the Mother - the Great Church of Christ, for the reconstruction from the ruins of the fully disintegrated Autocephalous Church of Albania, was accomplished, by the grace of God, in a sacrificial phronema, in deprivations, in illnesses, in dangers and persecutions.

As to the Ukrainian question, the choice of false wisdom would be safer, so as to avoid the sharp comments, the insulting personal, unsubstantiable accusations by irresponsible persons. However, we believe that the Primus of Orthodoxy loves and needs the encompassing truth, especially at times of most crucial Panorthodox problems. Because of this, we brought this up marking the historic correctness of events.

5. Our agony, Your All-Holiness, remains for the safeguarding of Orthodox unity, which constitutes an irreplaceable pre-requisite for the Orthodox witness throughout the world. Tremors are already apparent in the Synods of Canonical Bishops of the Diaspora and in the inter-Christian multi-party or bilateral dialogues.

It is the firm conviction of the Church of Albania, as well as of many others, that at this historical moment, the healing of the painful wounds and particularly of the looming Schism call for a Panorthodox Consultation of some kind, aiming primarily at the spiritual support of all the Orthodox faithful in the Ukraine and above all at the safeguarding of Orthodox cohesion. And clearly we are ready to contribute in a constructive way in this arduous crucial effort.

The different existing perceptionscannot be confronted through extended monologues, statements, correspondence, the intervention of irresponsible persons, deceptivecomments, or incoherent posts on social media. Crises are overcome, according to the Orthodox Tradition, through “Conciliarity”, which means the gathering together for mutual consultation in prayer of the responsible representatives of the localOrthodox Churches. Then, through the energy of the Grace of the Holy Spirit, this Synod can, abiding in philanthropy, research original solutions of clemency, forgiveness, and reconciliation and can make bold decisions, commonly acceptable, aiming at the attainment of peace, unity, and spiritual edification of the Orthodox faithful throughout the Oikoumene. And the privilege of convening a Panorthodox Consultation undoubtedly belongs to the Ecumenical Patriarch. Through this entreaty our reference to the Ukrainian question concludes.

However, in order to avoid any possible misinterpretation, we clarify that in the case of a tragic outcome to Schism (May God not allow it!), the Orthodox Autocephalous Church of Albania will remain with the Ecumenical Patriarchate firmly speaking the truth in love.  

Going through the moving period of Holy and Great Lent, we pray wholeheartedly, that the Triune Godgrant unshakable health and holy-spiritual strength to Your Most Divine All-Holiness, repeating the beloved, to You and us, apostolic, doxological certitude:  “Now to Him who is able to do exceedingly abundantly above all that we ask or think, according to the power that works in us, to Him be glory in the church by Christ Jesus to all generations, forever and ever. Amen” (Eph. 3:20-21).

In ending, kissing You in a holy kiss, we remain in all honor and brotherly love in Christ “for whom are all things and by whom are all things” (Heb.  2:10).

 

In Tirana, 21st March, 2019

To Your Divine All-Holiness,

Least in the Lord Brother,

(signature)

† Anastasios of Tirana, Chairman